
Ν. Κακλαμάνης: «Ραντεβού στις 7 Νοεμβρίου.»
Γ. Καμίνης: «και στις 14, κε Κακλαμάνη».
Ν. Κακλαμάνης: «Δεν ξέρουμε αν θα χρειαστει».
Άνευ σχολίων από τη γράφουσα, απλώς με έντονο αίσθημα ενθουσιασμού.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το μοιραίο συνέβη, αν όχι τυπικά, τότε ουσιαστικά στον Ευαγγελισμό. Σε αυτό το υπέροχο αθηναϊκό νοσοκομείο που πιθανολογώ ότι έχει βάλει σκοπό να προστατέψει τον πλανήτη, και δη την Ελλάδα, από τον υπερπληθυσμό. Στον Ευαγγελισμό μπήκε και ο παππούς μου, όπου η όποια πιθανότητα να ξεπεράσει το εγκεφαλικό που υπέστη εξανεμίσθηκε. Λογικό. Όταν σε στοιβάζουν σε ένα δωμάτιο με άλλα επτά άτομα και υγιής να είσαι, δε μπορεί, μια λοιμωξούλα θα την πάθεις, έτσι να σου βρίσκεται. Μην είσαι με άδεια χέρια. Δεν κατηγορώ –μόνο– τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό. Κατηγορώ και το Υπουργείο Υγείας που δεν έχει κατεδαφίσει αυτό το τόσο ακατάλληλο για νοσοκομείο κτήριο.
Ο θάνατος του Νίκου Κακαουνάκη με βρήκε απροετοίμαστη. Και αν η κηδεία του γινόταν στην Αθήνα θα ήμουν από τους πρώτους που θα πήγαιναν. Όμως επέστρεψε στην Κρήτη, και έτσι έπρεπε. Ο μόνος που χάρηκε φαντάζομαι ήταν ο παππούς μου. Τους φαντάζομαι τον έναν να πίνει το κρασάκι του και τον άλλον τη ρακή του και να τα λένε ήσυχα – ήσυχα. Φωνές αποκλείεται να υπάρξουν σε αυτή τη συζήτηση. Σιγά μη φέρει ο παππούς μου αντίρρηση στον Κακαουνάκη!